ἑτερόφθαλμος

ἑτερόφθαλμ-ος, ον,
A one-eyed, D. 24.141, Arist.Metaph.1023a5; ἑ. γενομένη ἡ Ἑλλάς, metaph., of the proposed destruction of Athens, Leptines ap. Arist.Rh.1411a5, cf. Demad.65 B., Plu.2.803a.
II with different-coloured eyes, Gp. 16.2.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερόφθαλμος — one eyed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερόφθαλμος — η, ο (ΑΜ ἑτερόφθαλμος, ον) 1. αυτός που έχει μόνο ένα μάτι γερό, ο μονόφθαλμος 2. (για ζώα) αυτός που έχει μάτια διαφορετικά κατά το χρώμα μσν. αρχ. (για ανθρώπους) αυτός που έχει μάτια που διαφέρουν μεταξύ τους κατά το χρώμα, ο δίκορος, (π.χ. ο… …   Dictionary of Greek

  • Ἐν τῇ τῶν τυφλῶν πόλει καὶ ὁ ἑτερόφθαλμος ὡραῖος δ’ δοκεῖ. — См. В слепом царстве кривой царь …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἑτερόφθαλμον — ἑτερόφθαλμος one eyed masc/fem acc sg ἑτερόφθαλμος one eyed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφθάλμου — ἑτερόφθαλμος one eyed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφθάλμους — ἑτερόφθαλμος one eyed masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφθάλμων — ἑτερόφθαλμος one eyed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφθάλμῳ — ἑτερόφθαλμος one eyed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόφθαλμα — ἑτερόφθαλμος one eyed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόφθαλμοι — ἑτερόφθαλμος one eyed masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.